Χαμένος Παράδεισος (Tabu)

Χαμένος Παράδεισος (Tabu)

Δράμα, 2012, Πορτογαλία/Γερμανία/Βραζιλία/Γαλλία, 118 λεπτά
Σκηνοθεσία: Μιγκέλ Γκόμεζ
Παίζουν: Τερέζα Μαντρούγκα, Πάουρα Σόβεραλ, Άνα Μορέιρα

Στην σύγχρονη Λισσαβώνα, μια ήσυχη και ευγενική μεσήλικη κυρία, η Πιλάρ, αφιερώνει αρκετό από τον χρόνο της στην φροντίδα της γειτόνισσάς της Αουρόρα, που πάσχει από κατάθλιψη και κατά διαστήματα λέει ιστορίες που μοιάζουν ασυνάρτητες. Μέσα σ’ αυτές υπάρχει το όνομα ενός άνδρα, που όταν τελικά βρεθεί, ξεκινά την εξιστόρηση μιας ερωτικής τραγωδίας που έζησε η Αουρόρα στα νιάτα της, όταν ζούσε στους πρόποδες του όρους Ταμπού, στην Αφρική.


Στο μυθικό Tabu (1931) του Φ.Β. Μουρνάου, παρακολουθούμε την ιστορία ενός έρωτα που είναι απαγορευμένος επειδή στέκεται ενάντια στους θρύλους των λαών στα νησιά του νότιου Ειρηνικού, που μένουν αναλλοίωτοι παρά την επαφή με εκπροσώπους του πολιτισμένου κόσμου οι οποίοι έχουν εγκατασταθεί εκεί. Στο Tabu του Γκόμεζ παρακολουθούμε έναν έρωτα που είναι απαγορευμένος γιατί έρχεται κόντρα στα κοινωνικά ήθη των πολιτισμένων που έχουν εγκατασταθεί σε αποικιακή τοποθεσία και τα οποία μοιάζουν να αποδέχονται οι ντόπιοι. Η έννοια απαγορευμένο δηλαδή δεν σταματά να υπάρχει, μόνο που τώρα έχει άλλη μορφή, μετατρέπεται από μεταφυσική σε κοινωνική φοβία. Εφόσον λοιπόν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η συνύπαρξη των δυο πολιτισμών δεν ωφέλησε πολύ στην εξέλιξή τους, κάτι που είναι και το βασικότερο – μεταξύ αρκετών – πολιτικό σχόλιο στην ταινία του Πορτογάλου.


Άλλωστε φαίνεται και από το πρώτο μέρος του φιλμ, που διαδραματίζεται στο σήμερα, όπου η δύστροπη πλέον Αουρόρα που ποτέ μάλλον δε ξεπέρασε τον νεανικό της έρωτα, φέρεται (και) ρατσιστικά απέναντι στην αφρικανή οικιακή βοηθό της. Οι δυο τους είναι πρόσωπα επηρεασμένα από την αποικιοκρατία, αφού ταξίδεψαν μακριά από τον τόπο τους για μια νέα ζωή που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Και αυτές παρατηρεί η Πιλάρ, η βασική ηρωίδα του πρώτου μέρους, του “Χαμένου Παραδείσου”, και ένα μοναχικό πρόσωπο μιας Ευρώπης που χάνεται, αυτής της ευγένειας, της αλληλεγγύης, της υπομονής.


Το πέρασμα στο δεύτερο μέρος, τον “Παράδεισο”, είναι αυτό που απογειώνει το Tabu. Ο Γκόμεζ καταφέρνει να κρατήσει μια αξιοζήλευτη ισορροπία ανάμεσα στα στυλιζαρισμένα κάδρα, το χιούμορ, την αθωότητα που ξεχειλίζει από τις τοποθεσίες ή την μουσική, την μαγευτική σαν παραμύθι αφήγηση και τους συμβολισμούς τού. Γεμίζει τα πλάνα του με αναφορές (αισθητικές ή λεκτικές) που παραπέμπουν στην κινηματογραφική ιστορία, παίζει με τα βλέμματα του ζευγαριού που συχνά κοιτούν εκτός κάδρου και αφήνει την ιστορία να εξελιχθεί ως ένα κλασικό κινηματογραφικό ρομάντζο, αφηγούμενο με φράσεις που θα μείνουν για καιρό στο μυαλό των θεατών.


Το κυριότερο όμως είναι πως όλα αυτά δένουν αρμονικά μετά το φινάλε – οι δυο ιστορίες και οι λεπτομέρειες τους. Αυτό το ιδιότροπο μείγμα κοινωνικοπολιτικών σχολίων, εκλεκτικής σινεφιλίας (δεν είναι μόνο το φιλμ του Μουρνάου, αλλά πολλές μικρές λεπτομέρειες) και νοσταλγίας μοιάζει τόσο πλήρες και μεστό στο σύνολό του μετά τη θέαση, αλλά είναι και συνάμα μια από τις ομορφότερες ταινίες που είδαν τα μάτια μας τα τελευταία χρόνια.

Τάσος Μελεμενίδης / exostispress.gr

(4)