«Η Κρύπτη Των Καπουτσίνων» του Γιόζεφ Ροτ

Το Ρέκβιεμ μιας Εποχής.
Στην κρύπτη των Καπουτσίνων βρίσκεται θαμμένος ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ, ο προτελευταίος των Αμβούργων. Μαζί του είναι θαμμένη και η Μοναρχία, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

Το τέλος των Αυτοκρατοριών όπως τις γνώρισε ο κόσμος για χρόνια, αναδύεται μέσα απ’ τις σελίδες αυτού του βιβλίου, το οποίο κλείνει τον κύκλο που άνοιξε ο Ροτ με το περίφημο μυθιστόρημά του «Εμβατήριο Ραντέτσκυ».

Στο προσκήνιο, ήρωας είναι πάλι ένας Φον Τρότα, απόγονος εκείνου που έσωσε τη ζωή του αυτοκράτορα στην μάχη του Σολφερίνο. Μόνο που η κατάσταση πλέον στην αυτοκρατορία, αλλά και στην Ευρώπη είναι εντελώς διαφορετική απ’ ότι ήταν στα μισά του 19ου αιώνα. Τα σύννεφα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου πλησιάζουν απειλητικά, τα θεμέλια της Αυστροουγαρίας τρίζουν για τα καλά και ‘μεις γινόμαστε μάρτυρες μιας κοινωνίας που γνωρίζει ότι βαδίζει προς την πτώση της, αλλά δεν κάνει τίποτε να το αποτρέψει.

«Δεν είμαι δειλός. Απλώς είμαι ανίκανος», θα ομολογήσει κάποια στιγμή ο ήρωας και σ’ αυτά του τα λόγια περιγράφει ακριβώς την κατάσταση που επικρατεί στ’ ανάκτορα, στο πάρκο Πράτερ, στα καφέ της Βιέννης. Η ελίτ της αυτοκρατορίας δεν μπορεί να κάνει τίποτε για ν’ αλλάξει αυτά που πρόκειται να γίνουν. Στις χώρες υπό το στέμμα του Αγίου Στεφάνου (Ουγγαρία, Σλοβενία, Γαλικία, Σουδητία, κ.λπ.) ο κόσμος κοχλάζει και η Αυστρία παρακολουθεί.

Η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε κατάφεραν να εξομαλυνθούν οι σχέσεις ανάμεσα στους λαούς που συνέθεταν αυτό το μόρφωμα, το οποίο ιστορικά ξεπήδησε στα 1867, ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού ανάμεσα στην δυναστεία των Αψβούργων και της επανάστασης των Μαγυάρων που ακολούθησε τον αυστροπρωσικό πόλεμο. Όντας μία πολυεθνική αυτοκρατορία σε μία εποχή εθνικιστικού αναβρασμού, η πολιτική της ζωή κυριαρχήθηκε από διάφορες εθνικιστικές διαμάχες ανάμεσα στις έντεκα κύριες εθνικές ομάδες (λαούς) που κατοικούσαν στα εδάφη της.

Κάπως έτσι φτάνουμε στις 28 Ιουνίου του 1914, όπου ο αρχιδούκας Φερδινάνδος, διάδοχος του θρόνου, φτάνει στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα της Βοσνίας. Η δολοφονία του από Σερβοβόσνιους εθνικιστές θα είναι η θρυαλλίδα των εξελίξεων για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο κινείται ο ήρωας του Ροτ. Νεαρός ευγενής που σκορπάει τη ζωή του ανέμελα σε διασκεδάσεις, με μια μητέρα που κρατά τους τύπους της αριστροκρατίας αυστηρά μέσα στο σπίτι τους-ακόμα και στη σχέση της με το παιδί της- κι έναν πόλεμο που ξεσπά και αναποδογυρίζει την κανονικότητά τους.

Ο νεαρός θα φύγει στον πόλεμο -ευχόμενος να πεθάνει- θα αιχμαλωτιστεί απ’ τους Ρώσους, θα φτάσει έως τις στέπες της Σιβηρίας όπου θα ζήσει για 4 χρόνια και θα επιστρέψει με το πέρας του πολέμου στη Βιέννη.

Όμως ο κόσμος… όλος ο κόσμος, από μικρό, προσωπικό του σύμπαν έως τα σύνορα των χωρών, τα μυαλά των ανθρώπων, τις ιδεολογίες τους, όλα είναι διαφορετικά. Και ο ήρωας Φον Τρότα θα κληθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

kapoutsino…«Ο γιος μου πιστεύει», έλεγε ο κύριος Ξαβέρ, «ότι ο καπιταλισμός πέθανε. Δεν με φωνάζει πια πατέρα. Έχει μυαλό ξυράφι. Ξέρει τι θέλει. Από άλογα δεν έχει ιδέα». Η μητέρα μου τον ρώτησε αν την θεωρεί και αυτή καπιταλίστρια. «Φυσικά», απάντησε ο κύριος Ξαβέρ. «Όλοι όσοι ζουν χωρίς να δουλεύουν είναι καπιταλιστές». «Δηλαδή και οι ζητιάνοι;», ρώτησε η μητέρα μου. «Οι ζητιάνοι δεν δουλεύουν αλλά δεν ανεβαίνουν με την άμαξα στο Πράτερ όπως πάτε εσείς αξιότιμη κυρία», απάντησε ο κύριος Ξαβέρ. «Γιακωβίνος είναι», ψιθύρισε η μητέρα μου γέρνοντας προς το μέρος μου, σίγουρη πως είχε μιλήσει στη διάλεκτο των «εχόντων»…

Το μεγάλο προσόν του σπουδαίου αυτού συγγραφέα είναι ότι καταφέρνει και εντάσσει αρμονικά την ιστορία ενός ανθρώπου στο πλαίσιο της Ιστορίας της ίδιας. Ο λόγος του εκτός από ανθρώπινος είναι και βαθιά πολιτικός. Το έχει κάνει περίφημα και στο «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» και στο «Hotel Savoy», αλλά και στον «Ιστό της Αράχνης» που χρονολογικά τοποθετείται λίγο πριν την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία.

Πώς λοιπόν θα μπορούσε να μην πράξει το ίδιο κι εδώ, σ’ αυτό το ρέκβιεμ μιας δόξας που κάποτε υπήρξε;

Η Κρύπτη Των Καπουτσίνων, του Γιόζεφ Ροτ

Εκδόσεις Άγρα, 2014

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου

σελ. 254

 

ΠΗΓΗ : http://www.artcoremagazine.gr

Αρθρογράφος : Δημήτρης Τερζής

(22)