The Raveonettes ‎: Pe’ahi

Τι σημαίνει “βρώμικος” ήχος; Η απάντηση δεν μπορεί να δωθεί αντικειμενικά. Δεδομένου ότι το ανθρώπινο αυτί μπορεί να αντιληφθεί ήχους από 20 Hz ως 20 KHz, θόρυβος μπορεί να είναι κάθε τι που δε βρίσκεται σε τάξη με τα συνηθισμένα, κάθε τι που παρεμβαίνει στην ομαλότητα του ακούσματος και της σε σειρά παρουσίας νότας. Όπως όμως και στο φαγητό, που άλλοι το προτιμούν αλμυρό και άλλοι ανάλατο, έτσι και στην ακρόαση. Η έννοια του θορύβου είναι μόνο υποκειμενική και τίποτε άλλο. Μπορεί να ακούγεται απόλυτο, όμως πόσες φορές δεν έτυχε να θεωρήσετε θόρυβο ακόμα και το άκουσμα κλασικής απαλής μουσικής ενώ προσπαθούσατε να συγκεντρωθείτε; Αντίστοιχα, πόσες φορές βρεθήκατε δίπλα σε έναν καταράκτη ακούγοντας το πάφλασμα των νερών και αυτό υπήρξε ευεργετικό; Κάθε τι λοιπόν θορυβώδες μπορεί να θεωρηθεί ανεπιθύμητο ή άχρηστο, περιττό; Σαφώς και όχι. Ο θόρυβος πάντα είχε τη ρετσινιά του απορριπτέου, του ανώφελου, εκείνου που όποιος το διέθετε θα έπρεπε άμεσα να απομακρυνθεί. Είτε το αντιλαμβανόμαστε όμως είτε μας ξενίζει, είναι και αυτός μουσική. Επειδή πριν τα 20 Hz αλλά και μετά τα 20 KHz υπάρχουν και μεγαλουργούν οι υπόηχοι και οι υπέρηχοι. Γιατί λοιπόν, θα πρέπει να μιλάμε για το φαγητό που εμείς προτιμάμε όπως θα μιλούσαμε αν το προτιμούσαν και οι γύρω μας έτσι; Μοιάζει να είναι τουλάχιστον μη λειτουργικό κοινωνικά και τελείως εγωπαθές το να μιλάς για λογαρισμό άλλων χωρίς να αφήνεις το περιθώριο της ελεύθερης επιλογής των αισθητηρίων για τον καθένα. Στο θέμα μας όμως και μιλώντας για θόρυβο, ξέρω ποιά ήταν η πρώτη σας σκέψη. Η μουσική βρωμιά. Ναι λοιπόν, ο νέος δίσκος των Raveonettes έχει βρώμικο ήχο και επιτρέψτε μου να υποκλιθώ ταπεινά στη μαγαλειότητα τους. Είμαι βλέπετε από εκείνους που μου αρέσουν τα καυτερά, βαριέμαι να ζώ μόνο με “αμόλυντα”.

Οι Raveonettes δεν επέστρεψαν απλώς βρώμικοι και με αταξία στον ήχο τους, ήρθαν αιφνιδιαστικά σηκώνοντας το λευκό πανί πάνω από το αριστούργημα που σκάλιζαν εδώ και 2 χρόνια. Τα αποκαλυπτήρια για το Pe’ahi (κύμα στα Χαβανέζικα), από το διάσημο surf spot στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Χαβάης στη μέση του Ειρηνικού ωκεανού εκεί δυτικά των Η.Π.Α, στο νησί Maui. Απόγευμα, τέλη Ιουλίου 2014 και τις διακοπές μου θα διακόψει τηλεφώνημα φίλου που έλεγε πως πρέπει να ακούσω τους καινούργιους Raveonettes. Η μπάντα επέλεξε ταυτόχρονα με την ανακοίνωση του άλμπουμ, να γίνει και η επίσημη κυκλοφορία του. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και προετοιμασίες, ήρθαν, το παρουσίασαν και μας άφησαν να προσπαθούμε καλοκαιριάτικα να βάλουμε μια σειρά στο μυαλό μας για μια αλλαγή πορείας που ήταν ολοφάνερη. Στα ακουστικά, το νέο άλμπουμ ακουγόταν θεσπέσια κοιτάζοντας την αντηλιά πάνω στα κύματα. Ήταν σαν να βρισκόσουν εκεί, στη δυτική ακτή με τις surf rock κιθαριές τους. Μερικές μέρες μετά, web pages που σκύλιαζαν γιατί δεν είχαν ιδέα για την κυκλοφορία που κρατήθηκε μυστική μέχρι το release, μέσα σε ένα συνονθύλευμα μουσικής προώθησης που μερικές φορές καταντούσε νευρικό και ψυχαναγκαστικό. Οι Δανοί που εδώ και μερικά χρόνια ζουν στο Los Angeles θα συνεχίσουν να υπάρχουν στα charts και στα top 10 ως ένα από τα συγκροτήματα που σύνδεσε το όνομα του με το ανακάτεμα του shoegaze, του Lou Reed και των Shangri Las σερβίροντας μας το έβδομο κατά σειρά LP του.

The-Raveonettes2

Αναδρομή: 2005 και ένα κομμάτι έχει μείνει περισσότερο στην μνήμη όλων, το τεράστιο Love In A Trashcan. Τότε πολλοί θεώρησαν δεδομένη μια αντίστοιχα ανοδική πορεία αν και το “In And Out Of Control” του 2009 δεν αποτέλεσε το επόμενο προς τα άνωθεν σκαλί επιβεβαιώνοντας την δημιουργική φόρα που διέθεταν. Αν κανείς περίμενε σήμερα να ακούσει κομμάτια όπως τα Aly, Walk with me, Lust, Evil Seeds ή Ghost Riders, θα καταλάβαινε πως δεν βρίσκεται στο κατάλληλο άλμπουμ. Δύο όμως είναι οι παρεξηγήσεις σε αυτή την περίπτωση. Αρχικά, δεν πιστεύω στον μουσικό έρωτα με το πρώτο άκουσμα (εκτός ελαχίστων φωτεινών περιπτώσεων που εμφανίζονται μια στα 10 χρόνια) Πιστεύω στην ωρίμανση ενός άλμπουμ στα αυτιά, όσο περνούν οι μέρες και τα ακούσματα. Καλώς ή κακώς τα μουσικά πράγματα τρέχουν με τέτοια ταχύτητα που είναι αδύνατον να εκτιμήσεις με τον ίδιο τρόπο που εκτιμούσες τις αραιές κυκλοφορίες του παρελθόντος. Δεύτερον, δεν είμαστε εδώ για να συγκρίνουμε το παρελθόν των Raveonettes ή μάλλον δεν είμαστε εδώ μόνο για αυτό. Είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για τον ήχο που τώρα αντιπροσωπεύουν οι Δανοί. Παρά την pop ευκολία παντού γύρω μας, το Pe’ahi διαθέτει μια μελαγχολική ατμόσφαιρα που σίγουρα δεν προκύπτει πρόχειρα και βιαστικά. Διάβασα διάφορα από τις γραφίδες (πληκτρολόγια) Ελληνικών κυρίως μέσων. Οι περισσότεροι αδυνατούν να καταλάβουν αυτό το γύρισμα στη μουσική των Raveonettes. Προσωπικά θα προσπαθούσα να βρώ τη μαγεία του και όχι να αναζητώ τους λόγους της αλλαγής ή να ωρύομαι για ένα χθές που χάθηκε και πάει.. Η αλήθεια, η ολότητα, το πλήρες και το πραγματικό δεν έχουν μια πλευρά, έχουν πολλές. Ας δούμε αυτό που έχουμε μπροστά μας.

Tόπος, χρόνος: Κύματα, ήλιος, Ειρηνικός, surfers.. Εικόνες που έρχονται στο μυαλό με το άκουσμα του εναρκτήριου κομματιού του Pe’ahi. Τους νιώθω τελείως μα τελείως απελευθερωμένους. Εδώ οι στίχοι περιγράφουν τον παρολίγον πνιγμό του τραγουδιστή στη Χαβάη ενώ η μπάντα αποτίει φόρο τιμής στους Doors που επίσης εκεί, στη δυτική ακτή μεγαλούργησαν. Ξεκινά με τον ίδιο τρόπο που ξεκινούσε το πρώτο άλμπουμ της μπάντας θρύλος το 1967. Είναι μια μικρογραφία για του χάρτη του Pe’ahi, περιλαμβάνοντας απότομες αλλαγές ρυθμού, breakbeats, θόρυβο και πολυεπίπεδα φωνητικά. Φεύγοντας από τα 60’s η μπάντα άφησε πίσω και τα ταμπού κυρίως εκείνων που τους ήθελαν μονάχα μελωδικούς και όχι σκληρούς. Όχι οτι λείπουν κομμάτια που μας θυμίζουν αυτή την παλιά μυρωδιά, το Wake Me Up είναι η απόδειξη για αυτό, ενορχηστρώνοντας την γλυκύτατη φωνή της Sharin Foo με το trip hop. Όλα αυτά όμως είναι ιστορία που γράφεται τώρα με την ύπαρξη της βίαιης ομορφιάς τραγουδιών όπως το Sisters και το Z-Boys. Για το μεν πρώτο, από τις άρπες και το νοσταλγικό τραγούδισμα της Sharin, στα ξεσπάσματα με θυρυβώδεις κιθάρες που μοιάζουν με φύσημα σε ασύρματο. Το κομμάτι μιλάει για μια αδερφή που παρότι ήθελε να αποφύγει τις κακοτοπιές που έζησε κάποτε η μητέρα της, καταλλήγει στα ίδια άσχημα μονάτια. Μια χορδή που έσπασε ήταν η αιτία για το σκληρό κιθαριστικό αποτέλεσμα όπως λέει ο ίδιος ο Sune, διαφορετικά δεν θα φτιαχνόταν ποτέ. Όσο για το Z-Boys, μόνο με λόγια δε μπορεί να περιγραφεί το συναίσθημα που προξενείται μέσα σου. Θα προσπαθήσω όμως: Τόνοι κιθάρας, επικά χορωδιακά φωνητικά, διακοπή στη μέση του κομματιού και στο βάθος η προετοιμασία για το σπάσιμο του σε ένα διαφορετικό τελείωμα. Ύμνος στους πιτσιρικάδες skateboarders των 70’s που ήθελαν να αλλάξουν τα πράγματα με το πάθος και το ταλέντο τους, χωρίς χρήμα.

The-Raveonettes4

Το Killer in the Streets είναι το κομμάτι που ξεχωρίζει και θα μεταδώσει ο Republic 100,3 στο ξεκίνημα της φετινής σεζόν. Τελειώνει όπως ξεκινά, μερικά τύμπανα εδώ κι’εκεί και κάποια φωνητικά στο βάθος. Μας περνά από έναν trip-hop ρυθμό και επαναλλαμβανόμενες κιθαριές με μελωδία που θα μείνει στα αυτιά για καιρό. Προς το τέλος ο ήχος θα “καθαρίσει” και θα αφήσει την Sharin να τραγουδά με μόνη συνοδεία τα κρουστά. Όσο κι’αν κάποιοι θέλουν να κρεμάσουν ταμπέλα σε αυτό το άλμπουμ για την απουσία σαφούς μελωδικότητας, τραγούδια όπως το The Rains of May, θα τους διαψεύδουν παταγωδώς. Νοσταλγικό, σκοτεινό και ρυθμικό κυρίως από τη μέση του και μετά, είναι κομμάτι της δυτικής ακτής. Αποδεικνύει πως το να πειραματίζεσαι με αλλαγές του tempo μέσα σε μόλις τέσσερα λεπτά (και ούτε) μπορεί και να αποδειχθεί πρωτοποριακά επιτυχημένο. Kill, ανατριχίλα που έρχεται αν συνδυάσεις την περιγραφή του θανάτου του πατέρα του Sune στα τέλη της περασμένης χρονιάς (i never gonna see you again..) μαζί με την μουσική επιθετικότητα που έγινε συνειδητά και με μέθοδο. Ίσως το πιο σκληρό και “βρώμικο” τραγούδι του Pe’ahi που χωρίς θόρυβο και παραμόρφωση, δεν θα μπορούσε να περάσει την ένταση των συναισθημάτων που οι στίχοι εκκολάπτουν. Summer Ends, ένα κατά κάποιο τρόπο πικρόχολο αντίο στον πατέρα του καλλιτέχνη που κληρονόμησε όσες συμπεριφορές θα ήθελε να έχει αποφύγει. Μια ροκιά για το κλείσιμο αυτού του τόσο προοδευτικού δίσκου. Αποχαιρετισμός στο καλοκαίρι μας με ένα σκούρο και χαοτικό ηχοτοπίο που τονίζει τα λόγια, το τέλειο αντίο στο άλμπουμ.

Και τώρα ας πούμε την αλήθεια, ή απλά ας το παραδεχθούμε. Αν το Pe’ahi ήταν δίσκος για να φεύγει από το παράθυρο, αυτή τη στιγμή δεν θα είχαμε ασχοληθεί ούτε εμείς, ούτε εσείς. Για άλλη μια φορά οι Raveonettes μας βάζουν να σκεφτούμε, να αναρωτηθούμε αν τελικά προτιμάμε το βόλεμα ή την αναζήτηση. Οι Δανοί ήρθαν όπως μας είχαν συνηθίσει μέχρι και σήμερα, με το προσωπικό τους ύφος και στύλ και εκτός μιας μόδας που έτσι κι’αλλιώς δε θα κρατούσε για πάντα. Δεν χρειάζομαι άλλα επιχειρήματα, η προσωπική σφραγίδα είναι τα 13 χρόνια ύπαρξης, τα 7 άλμπουμ και τα EP’s σε όλο αυτό το διάστημα. Αν οι Raveonettes ήθελαν κάτι από αυτή τη κυκλοφορία, το πήραν και με το παραπάνω. Το μυαλό και τη ψυχή μας.

 

Μιχάλης Αποστόλου

Τον ακούτε κάθε Σαββατοκύριακο 16:00-18:00 στον Republic 100.3